ἑκατονταετία

ἑκᾰτοντα-ετία, ,
A period of 100 years, Ph.1.101.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑκατονταετία — ἑκατονταετίᾱ , ἑκατονταετία period of fem nom/voc/acc dual ἑκατονταετίᾱ , ἑκατονταετία period of fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκατονταετία — η (AM ἑκατονταετία) περίοδος εκατό χρόνων, εκατονταετηρίδα …   Dictionary of Greek

  • εκατονταετία — η περίοδος εκατό ετών, εκατονταετηρίδα, αιώνας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑκατονταετίας — ἑκατονταετίᾱς , ἑκατονταετία period of fem acc pl ἑκατονταετίᾱς , ἑκατονταετία period of fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατονταετίαν — ἑκατονταετίᾱν , ἑκατονταετία period of fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Аппиан — (Александрийский) Ἀππιανός (Ἀλεξανδρεύς) Дата рождения: ок. 95 Место рождения: Александрия Дата смерти: после 170 Страна …   Википедия

  • Рицос, Яннис — Яннис Рицос Γιάννης Ρίτσος …   Википедия

  • αιώνας — ο (Α αἰών, ο και η) 1. μεγάλο, απεριόριστο χρονικό διάστημα, στο παρελθόν ή στο μέλλον, μακριά σειρά ετών, χρόνια και χρόνια (στα νεοελλ. και μτφ. ή και για δήλωση υπερβολής) 2. φρ. «απ αιώνος», από ακαθόριστο χρόνο στο παρελθόν, από πολύ παλιά… …   Dictionary of Greek

  • γελοιογραφία — Η τέχνη της παραμόρφωσης των χαρακτηριστικών ενός προτύπου με σκοπό να το σατιρίσει, να το ερμηνεύσει ή να τονίσει, υπερβάλλοντάς τα, ορισμένα ψυχολογικά στοιχεία της προσωπικότητάς του. Η γ. μπορεί ακόμα να διακωμωδήσει ή να καυτηριάσει έναν… …   Dictionary of Greek

  • γλώσσα — I Όργανο με το οποίο ο άνθρωπος αναλύει και αντικειμενοποιεί την εμπειρία του με τη βοήθεια φωνητικών συμβόλων (λέξεων) που έχουν διαφορετική μορφή και διαφορετικές αμοιβαίες σχέσεις σε κάθε ιστορική κοινότητα. Πιο συγκεκριμένα, λέγοντας γ.… …   Dictionary of Greek

  • Αδελάρδος του Μπαθ — (Adelard οf Βαth,12ος αι.). Άγγλος μαθηματικός και φιλόσοφος. Ηγετική μορφή στην αναβίωση της κλασικής παιδείας στη Δύση κατά την εκατονταετία 1050 1150, στην οποία θεμελιώθηκε ο σχολαστικισμός του Μεσαίωνα. Η μεγαλύτερη συμβολή του ήταν η… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.